Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

inlet pipe


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο inlet παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: pipe
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inlet n(small bay)όρμος, κολπίσκος ουσ αρσ
 The ship harbored in a small inlet to avoid the storm.
 Το πλοίο έριξε άγκυρα σε έναν μικρό όρμο για να αποφύγει την καταιγίδα.
inlet n(valve)βαλβίδα εισόδου φρ ως ουσ θηλ
 The plumber fixed the damaged inlet on the boiler.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inlet n(entrance)είσοδος ουσ θηλ
  πέρασμα ουσ ουδ
 Pete squeezed through the narrow inlet to get into the tent.
inlet n(object: let in) (ως ποσότητα)εισαγωγή ουσ θηλ
  είσοδος ουσ θηλ
 Today's inlet included a shipment of grain and fresh vegetables.
inlet n(act of letting in)εισαγωγή ουσ θηλ
  είσοδος ουσ θηλ
 The inlet of goods into the country was limited by the new laws.
inlet [sth] vtr(let [sth] in)εισάγω ρ μ
 (καθομιλουμένη)αφήνω να περάσει περίφρ
  περνώ ρ μ
 The engine inlets the gasoline and air, and then combusts it to capture its energy.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
inlet manifold n(engine part)σωλήνας πολλαπλής εισαγωγής περίφρ
  πολλαπλό ακροφύσιο εισαγωγής περίφρ
water inlet n(opening designed to let water in)είσοδος νερού φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inlet pipe στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «inlet pipe».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!